





Τα τοπικά φαγητά είναι απόρροια και συνέχεια της πολιτιστικής κληρονομιάς και ταυτόχρονα αποτελούν δείγμα πολιτισμού. Για να κατανοήσουμε της σημερινές γεύσεις θα πρέπει να ξετυλίξουμε το μίτο της παράδοσης.
Παλιότερα το ζύμωμα και το φούρνισμα των ψωμιών γινόταν κάθε Σάββατο. Όπως αναφέρεται στο βιβλίο του κ. Τζώρτζη Μακρυωνίτη, «Ο παραδοσιακός φούρνος στις Κυκλάδες και στα Δωδεκάνησα» (Σύρος 2005), στη Χώρα της Ίου, στα μέσα του προηγούμενου αιώνα, λειτουργούσαν δεκαπέντε φούρνοι.
Οι Νιώτες προτιμούσαν το καρπούζι ως καρπουζόπιτα, την ονομαζόμενη «Μοσέντα», η οποία φτιαχνόταν από χυμό καρπουζιού, αλεύρι και ζάχαρη και από πάνω αρκετό σουσάμι. Η γλυκοκολοκύθα γινόταν θαυμάσια κολοκυθόπιτα. Δεν έλειπαν και οι μυρωδάτες χορτόπιτες με άνηθο ή μάραθο και κρεμμυδάκια. Ιδιαίτερη γεύση αποτελούσε το λαδόψωμο που περιείχε καρπόσχινο (δηλαδή καρπούς σκίνου) και μάραθο ή σταφύδες.
Στο φούρνο που ψήνονταν το ψωμί το Σάββατο, ψήνονταν ρεβίθια στο πήλινο ή κοτόπουλο γεμιστό με ρύζι και σταφίδες ή κατσίκι γεμιστό και γαρνιρισμένο με πατάτες. Ξεχωριστή γεύση ήταν και οι ματιές γεμισμένες με ρύζι και σταφίδες.
Τα χειροποίητα ζυμαρικά όπως το «Μάτσι» (είδος χυλοπίτας) σωτάρονταν στο τηγάνι για να νοστιμίσουν και γίνονταν στη συνέχεια υπέροχη σούπα. Ένα άλλο ζυμαρικό το στριφτό μακαρονάκι συνόδευε και έδινε γεύση στο κοτόπουλο.
Στα εστιατόρια της Ίου είναι διαθέσιμα αρκετά τοπικά πιάτα που μπορείτε να απολαύσετε και να μυηθείτε στη γαστρονομική παράδοση του νησιού. Τα πιο συνηθισμένα από αυτά είναι οι ρεβυθοκεφτέδες, τα τσιμέτια (ανθοί κολοκυθιού γεμιστοί), ρεβυθάδα κ.α.
Δεν υπάρχουν καταχωρημένες εκδηλώσεις